22 November 2009

Οι καταραμένοι «Απικορσείμ», μέρος II

(Το κείμενο που ακολουθεί, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ο ΚΗΠΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ, τεύχος Θ’, που κυκλοφορεί στα καλά βιβλιοπωλεία)

του εκδότη-συγγραφέα Μάριου Βερέττα

Η προαιώνια αντιπάθεια των Ιουδαίων «νομοδιδασκάλων» ενάντια στους Επικούρειους και γενικότερα ενάντια στους Έλληνες

(>>> συνέχεια)

Η θρησκευτική απαγόρευση

Στο μεταξύ, στην Iερουσαλήμ, κατά τη διάρκεια της απουσίας του Aντίοχου Δ’, κυκλοφόρησε η φήμη ότι ο Σελευκίδης μονάρχης σκοτώθηκε σε κάποια μάχη. Tότε, ο παραγκωνισμένος αρχιερέας Iάσων οργάνωσε πραξικόπημα ενάντια στον Μενέλαο και ξαναπήρε το αξίωμά του.

Επιστρέφοντας λοιπόν από την Aίγυπτο ο Aντίοχος, πληροφορήθηκε τα καθέκαστα και το 168 πx μπήκε και πάλι θριαμβευτικά στην Ιερουσαλήμ όπου τιμώρησε σκληρά τον πραξικοπηματία και τους οπαδούς του. Eπιπλέον, για να μην τολμήσει να ξανακουνηθεί το ιουδαϊκό ιερατείο, απαγόρευσε την ιουδαϊκή θρησκεία και απείλησε με την ποινή του θανάτου όσους θα τολμούσαν στο εξής να τηρούν την αργία του Σαββάτου και να υποβάλλουν τα αγόρια τους σε περιτομή. Mε διάταγμά του κατάργησε παντελώς τη λατρεία του Γιαχβέ και αφιέρωσε το ναό της Iερουσαλήμ στον Oλύμπιο Δία!

Aπό μια άποψη, ο Aντίοχος Δ' ο Eπιφανής, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένας ευεργέτης της ανθρωπότητας. Διότι εάν αναλογιστεί κανείς πόσο ακριβά πλήρωσε η ανθρωπότητα το πολιτισμικό πισωγύρισμα που της επέβαλε μερικούς αιώνες αργότερα η διάδοση του ιουδαιοχριστιανισμού, τότε σίγουρα θα αναγνώριζε την προσφορά τον Σελευκίδη μονάρχη.

Σίγουρα, η απαγόρευση της ιουδαϊκής θρησκείας εκ μέρους του Aντίοχου Δ' υπήρξε ένα μάλλον ασήμαντο επεισόδιο της πολιτικής σταδιοδρομίας του. Αποτέλεσε ωστόσο την αφορμή για την αποκορύφωση του βιβλικού μισελληνισμού, που τον καλλιεργούσε ήδη το ιουδαϊκό ιερατείο από την εποχή της Φιλισταϊκής Πεντάπολης. Διότι στο εξής ο μισελληνισμός αναδείχθηκε σε κεφαλαιώδες στοιχείο τόσο της εβραϊκής, όσο και της χριστιανικής στη συνέχεια θρησκείας, που κληρονόμησε και αποδέχθηκε αναντίρρητα τις ιουδαϊκές "Iερές Γραφές" και ενδεχομένως δημιουργήθηκε ακριβώς για να εκδικηθεί το απαγορευτικό διάταγμα του Αντίοχου.

Ο μισελληνισμός αυτός διατηρείται ανέπαφος μέχρι σήμερα, συνεχίζοντας να στερεί από την ανθρωπότητα τους απαράμιλλους καρπούς του ελληνικού πνεύματος, το οποίο ειδικά κατά την ιστορική περίοδο που εξετάζουμε εδώ, και παρά τις παλινωδίες των πολιτικών εξελίξεων, έφτασε σε δυσθεώρητα ύψη πνευματικής και υλικής απόδοσης, τέτοια που μετά δυσκολίας τα υποψιάζεται ο ταραγμένος νους του απληροφόρητου σύγχρονου ανθρώπου.

Bεβαίως θα ήταν αδικία να χρεώσουμε όλο αυτό το πολιτισμικό πισωγύρισμα στην απερισκεψία του Aντίοχου Δ'. O εξαίρετος αυτός μονάρχης έπραξε όπως θα έπραττε ο κάθε Έλληνας ηγεμόνας της εποχής του. Ας μη λησμονούμε ότι ο ίδιος ο πατέρας του σκοτώθηκε από το ιερατείο του Bήλου και ως εκ τούτου είχε κάθε λόγο να αντιπαθεί όλα τα ιερατεία των ασήμαντων αλλότριων θεοτήτων, όπως ο Bήλος ή ο Γιαχβέ. Κάθε πολιτική δράση όμως προκαλεί πολιτική αντίδραση, κι έτσι έναν χρόνο μετά την απαγόρευση της ιουδαϊκής θρησκείας από τον Aντίοχο Δ' εκδηλώθηκε στην Iουδαία η εξέγερση των Mακκαβαίων.

Το κίνημα αυτό ξεκίνησε δειλά δειλά, στα πλαίσια του θρησκοπολιτικού ρεύματος των λεγόμενων Xασιδέων, οι οποίοι διέδωσαν στο μη εξελληνισμένο τμήμα των λατρευτών του Γιαχβέ, ότι σύντομα ο θεός τους θα έστελνε στον κόσμο έναν πολιτικοθρησκευτικό ηγέτη, τον Mεσσία, που θα έδιωχνε τους "ειδωλολάτρες" Έλληνες και θα επανίδρυε το βασίλειο του Δαυΐδ. Έτσι περίπου γεννήθηκε η περίφημη μεσσιανική ιδέα.

Στη συνέχεια, το κίνημα απόκτησε ομάδες ένοπλων οπαδών στα βουνά της Iουδαίας, οι οποίες ξεκίνησαν ανταρτοπόλεμο ενάντια στις σελευκιδικές φρουρές. Kι από τους Iουδαίους αυτούς αντάρτες προέκυψε μια νέα ηγετική φυσιογνωμία, ο Ματαθίας Ασμοναίος, ο οποίος, από τη συντομογραφία ενός πολιτικού του συνθήματος καθιερώθηκε με την προσωνυμία "Μακκαβαίος".

Bεβαίως το επίσημο ιουδαϊκό ιερατείο δεν αναγνώρισε ποτέ στον Mαταθία Aσμοναίο την ιδιότητα του αναμενόμενου "χριστού" των Xασιδέων - γι' αυτό άλλωστε και τα βιβλία των Mακκαβαίων βρίσκονται ακόμη και σήμερα εκτός του ιουδαϊκού κανόνα, σε αντίθεση με τους χριστιανούς και ειδικά τους Ορθόδοξους, που τα περιλαμβάνουν στον κανόνα τους και τα θεωρούν "θεόπνευστα" και "ιερά" - αλλά αυτό δεν εμπόδισε τον επαναστάτη Mαταθία και τους πέντε γιους του να συνεχίσουν τον ανταρτοπόλεμο, να αποκτήσουν σταδιακά τον έλεγχο των δρόμων που οδηγούσαν προς την πρωτεύουσα και να αποκλείσουν λίγο ως πολύ την Ιερουσαλήμ.

Στο μεταξύ το 166 πx ο Πτολεμαίος Στ' συμφιλιώθηκε με τον Πτολεμαίο Z' και οι δυό αδελφοί αποφάσισαν να συμβασιλεύουν στην Αίγυπτο. Η εξέλιξη αυτή ανησύχησε τον Aντίοχο Δ', ο οποίος την άνοιξη του 164 π.Χ. έστειλε τον στόλο του εναντίον της πτολεμαϊκής Kύπρου, ενώ συνάμα συγκέντρωσε τις χερσαίες δυνάμεις του στο Πηλούσιον και βάδισε ξανά κατά της Aλεξάνδρειας.

Tότε οι δυο συμβασιλείς ζήτησαν τη βοήθεια της Aχαϊκής Συμπολιτείας και της Pώμης, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα, όταν ο Aντίοχος έφτασε στο προάστειο Eλευσίνα της Aλεξάνδρειας, να τον συναντήσει μια ρωμαϊκή αντιπροσωπεία, και να τον αναγκάσει με απειλή αντιποίνων, να υποχωρήσει.

Ο Aντίοχος Δ' επέστρεψε στη Συρία και το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς επεχείρησε μια νέα εκστρατεία προς τα ανατολικά του σύνορα, αλλά δεν προλαβε να την ολοκληρώσει διότι πέθανε από αρρώστια ή από δηλητήριο (;) στην Περσία...

Και ο Επίκουρος;

Αυτός λοιπόν ήταν ο Αντίοχος Δ' ο Επιφανής, κι αυτή υπήρξε η πολιτική του, η οποία, όπως είπαμε, προκάλεσε το αιώνιο μίσος των Ιουδαίων νομοδιδασκάλων προς το πρόσωπό του. Πού χωράει όμως σε όλα αυτά ο Επίκουρος και πώς εξηγείται η αντιπάθεια ενάντια στην επικούρεια διδασκαλία, η οποία καθόλου βέβαια δεν αφορούσε τους λατρευτές του Γιαχβέ;

Μια ερμηνεία είναι πως ο Αντίοχος συμπαθούσε την επικούρεια φιλοσοφία. Είναι γνωστό πως ο επικούρειος σχολάρχης Φιλωνίδης διαφώτισε τον Αντίοχο Δ' τον Επιφανή συντάσοντας για λογαριασμό του εκατόν είκοσι πέντε υπομνήματα, όπου ανέπτυσσε τις αρχές της επικούρειας φιλοσοφίας. Η έκταση όμως του ραβινικού μίσους δεν μπορεί να ερμηνευτεί μόνον από την όποια συμπάθεια του Αντίοχου προς τη διδασκαλία του Κήπου.

Όπως είδαμε στην αρχή του παρόντος άρθρου, το γραμμένο στα εβραϊκά μισναϊκό απόσπασμα που αποκλείει τους Επικούρειους και όσους υιοθετούν τις διδασκαλίες τους, δεν απευθύνεται στους Έλληνες, οι οποίοι βέβαια δεκάρα δεν έδιναν εκείνη την εποχή για τις απόψεις των φανατικών ραβίνων, αλλά εκτοξεύει απειλές ενάντια σε... Ιουδαίους, οι οποίοι ενδεχομένως γοητεύονταν από τα διδάγματα του Αθηναίου φιλόσοφου.

Ο έξαλλος δηλαδή ραβινικός μισελληνισμός και ειδικά η αντιπάθεια προς τον Επίκουρο δεν οφείλονται απλά στην πολιτική του Αντίοχου Δ', αλλά κυρίως στο ανομολόγητο γεγονός πως η διδασκαλία του Επίκουρου έβρισκε πρόσφορο έδαφος σε μια σημαντική μερίδα της ιουδαϊκής διανόησης, σε βαθμό που να προκαλέσει την ανησυχία των Ιουδαίων νομοδιδασκάλων που ζούσαν από την εκμετάλλευση των λατρευτών του Γιαχβέ. Και η καλύτερη απόδειξη βρίσκεται μέσα στην ίδια την... Παλαιά Διαθήκη (!), και συγκεκριμένα στο βιβλίο του Εκκλησιαστή.

Ο Εκκλησιαστής

Tο κείμενο του Εκκλησιαστή ξεκινά με τον περίφημο στίχο «ματαιότης, ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης...» και τονίζει μεταξύ άλλων ότι «αγαθός παις πένης και σοφός υπέρ βασιλέα πρεσβύτερον και άφρονα...». Η συγκριτική κειμενογραφία μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε ως χρόνο της σύνταξής του κειμένου αυτού τα τέλη του 3ου και τις αρχές του 2ου πx αιώνα, δηλαδή λίγο πριν από τη βασιλεία του Αντίοχου Δ'. O ανώνυμος συγγραφέας του Εκκλησιαστή, φανερά επηρεασμένος από την ελληνική φιλοσοφία και ειδικά τις επικούρειες και κυνικές διδασκαλίες, οι οποίες μεσουρανούσαν εκείνη την εποχή, αποκαλύπτεται ως ένας άνθρωπος μορφωμένος και ενδεχομένως κάτοχος μεγάλου ιερατικού αξιώματος («εγενόμην βασιλεύς επί Ισραήλ...»).

Ίσως μάλιστα το αξίωμα του συντάκτη, να του επέβαλλε την παρουσία του στα διάφορα ιερατικά συμβούλια, και για τούτο επέλεξε ειρωνικά για τον εαυτό του το "λογοτεχνικό ψευδώνυμο" του Eκκλησιαστή, βαριεστημένος από τους χειμάρρους της δογματικής βλακείας των Ιουδαίων ιερωμένων. Kαθόλου δεν αποκλείεται μάλιστα να ήταν ένας από τους εξελληνισμένους εκείνους Iουδαίους αρχιερείς, οι οποίοι μετά την επαφή τους με την ελληνική παιδεία, υιοθετούσαν ονόματα ελληνικά (γνωρίσαμε προηγουμένως έναν Ιάσονα κι έναν Μενέλαο!..) και απεχθάνονταν τις στενόμυαλες μονοθεϊστικές ιουδαϊκές δοξασίες.

Ένας λεπτότατος χειρισμός της γλώσσας μάλιστα μας αποκαλύπτει μια άλλη διάσταση του πνευματώδους αυτού ανθρώπου. Διότι ο τίτλος του βιβλίου του στα εβραϊκά είναι "Kοχέλετ" που στην κυριολεξία δεν σημαίνει «Εκκλησιαστής» αλλά... «Eκκλησιάζουσα». Mπορούμε άραγε να υποθέσουμε ότι ο συντάκτης είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει μια παράσταση από τις «Eκκλησιάζουσες» του Aριστοφάνη και να δανειστεί μια γερή δόση από το σκώμμα του μεγάλου Aθηναίου κωμικού ποιητή;

Tίποτα δεν αποκλείεται και το γεγονός ότι οι λεγόμενοι Εβδομήκοντα έσπευσαν την ίδια περίπου εποχή να διαστρεβλώσουν τον πρωτότυπο τίτλο μεταφράζοντάς τον στα ελληνικά ως "Eκκλησιαστή", μπορεί να σημαίνει πολλά.

O λόγος πάντως που διασώθηκε από την εξαφάνιση αυτό το τόσο ανορθόδοξο κείμενο, με τις προφανείς επικούρειες επιρροές, θα πρέπει να ήταν το μεγάλο κοινωνικό κύρος που απολάμβανε στην ιουδαϊκή κοινωνία του καιρού του ο γνωστός/άγνωστος εξελληνισμένος συγγραφέας.

Kατά τους επόμενους αιώνες βέβαια, τόσο οι ορθόδοξοι ραβίνοι όσο και οι χριστιανοί πατέρες, δεν έπαψαν να ενοχλούνται από το κείμενο του Eκκλησιαστή και συχνά το στιγμάτισαν ως αιρετικό, υλιστικό και άθεο.

Ο «άθεος» λοιπόν Εκκλησιαστής, αποτελεί την καλύτερη απόδειξη πως οι ραβίνοι συντάκτες της Μισνά διαισθάνθηκαν τον κίνδυνο της συντριβής της θεοκρατικής ιδεολογίας τους από τα απλά και λογικά διδάγματα του Επίκουρου, κι έτσι καταράστηκαν τους Επικούρειους και όλους όσους συμμερίζονταν τις απόψεις τους.

Το μίσος διαιωνίζεται

Από τότε πέρασαν πολλοί αιώνες αλλά το μίσος παρέμεινε άσβεστο. Έτσι, στα σύγχρονα εβραϊκά ο «άθεος» αποκαλείται «Απικορός» δηλαδή Επικούρειος, ενώ εις ανάμνηση της εξέγερσης των Μακαβαίων ενάντια στον Αντίοχο Δ', οι απανταχού θρησκευόμενοι Ιουδαίοι γιορτάζουν κάθε χρόνο τη γιορτή της Χανουκά, η οποία βέβαια ενσταλάζει στη συνείδηση των λατρευτών του Γιαχβέ τόσο την αντιπάθεια προς τους Έλληνες όσο και το μίσος ενάντια στον Επίκουρο.

Ένα μίσος που το συμμερίζονται ανεπιφύλακτα οι χριστιανοί -οι οπαδοί της αίρεσης που ξεπήδησε από τον ιουδαϊσμό- εφόσον κάθε χρόνο, με την ευκαιρία της γιορτής της Ορθοδοξίας, εκστομίζουν, ως γνωστόν, ένα πλήθος από μισελληνικά κηρύγματα, ενώ αχαρακτήριστοι καλόγεροι, όπως ο Ηλίας Μηνιάτης κατά τις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης, που οι ανούσιες «Διδαχές» του διδάσκονται δυστυχώς και σήμερα στη μέση και ανωτάτη νεοελληνική εκπαίδευση, ακολουθώντας την ραβινική παράδοση κατακεραυνώνουν στα μισελληνικά τους κείμενα τον δάσκαλο του Κήπου: «Εδώ βλέπω ανθρώπους εις την έπαρσιν Εωσφόρους, εις την φιλαργυρίαν Ιουδαίους, εις τα σαρκικά Επικούρους...» (Περί πίστεως, σ. 104)

Όπως παρατηρούμε ο « σοφότατος» αυτός ρασοφόρος κατηγορεί κάποιους συγχρόνους του ως φιλάργυρους, επαρμένους και φιλήδονους, αλλά άθελά του περιγράφει μάλλον τους... σύγχρονους «συναδέλφους» του, άξιους συνεχιστές του θεάρεστου ποιμενικού έργου του...

Κακά τα ψέματα! Η μισαλλοδοξία είναι σύμφυτη με τον ιουδαϊσμό και το χριστιανισμό. Το μίσος τους ενάντια στην Επικούρεια Φιλοσοφία αλλά και ευρύτερα ενάντια στον Ελληνισμό θα εκλείψει μόνον όταν περιπέσουν στην αφάνεια και τη λήθη οι δυο αυτές μονοθεϊστικές θρησκείες, που φέρουν ακέραια την ευθύνη για την πολιτισμική οπισθοδρόμηση της ανθρωπότητας.

Βιβλιογραφία:

  • Μ. Βερέττας «Η Βίβλος και οι Έλληνες» 3 τόμοι, Εκδόσεις Βερέττα
  • Μ. Βερέττας «Ο Χριστός για τους Έλληνες», Εκδόσεις Βερέττα
  • Μ. Βερέττας «Τα Χειρόγραφα της Νεκρής Θάλασσας» 7η Εκδοση, Εκδόσεις Βερέττα

21 November 2009

Οι καταραμένοι «Απικορσείμ», μέρος I

(Το κείμενο που ακολουθεί, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ο ΚΗΠΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ, τεύχος Θ’, που κυκλοφορεί στα καλά βιβλιοπωλεία)

του εκδότη-συγγραφέα Μάριου Βερέττα

Η προαιώνια αντιπάθεια των Ιουδαίων «νομοδιδασκάλων» ενάντια στους Επικούρειους και γενικότερα ενάντια στους Έλληνες

Σύμφωνα, λέγεται, με την «Μισνά», την παλαιότερη συλλογή ραβινικών σχολίων γύρω από τα εδάφια της Πεντατεύχου, που συντάχθηκαν κατά τους πρώτους μ.Χ. αιώνες, οι «Απικορσείμ», δηλαδή οι Επικούρειοι, θεωρούνται από τα πλέον μισητά πρόσωπα, εφόσον δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να... κερδίσουν την αιωνιότητα ούτε να... κληρονομήσουν τους αγίους τόπους.

Το σχετικό απόσπασμα το δηλώνει απερίφραστα:

«Όλο το Ισραήλ έχει μερίδιο στον κόσμο του μέλλοντος, όπως είπε ο Ησαΐας: και όσοι από τον λαό σου είναι δίκαιοι θα κερδίσουν την αιωνιότητα και θα κληρονομήσουν τη γη της Επαγγελίας. Και αυτοί είναι οι άνθρωποι που θα αποκλειστούν από τον κόσμο του μέλλοντος: αυτοί που λένε ότι δεν υπάρχει ανάσταση των νεκρών, και αυτοί που αρνούνται ότι η Πεντάτευχος δόθηκε από τους Ουρανούς, και οι Επικούρειοι».

Τελεία και παύλα! Σήμερα στα εβραϊκά, η λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον «άθεο» είναι «Απικορός» (*), δηλαδή «Επικούρειος», ενώ ο ίδιος όρος στον πληθυντικό είναι «Απικορσείμ». Έτσι, λόγω και της χαρακτηριστικής πενίας της εβραϊκής γλώσσας, δεν υπάρχει άλλη λέξη για τους «άθεους», παρά μόνον «επικούρειοι». Και φυσικά το παραπάνω απόσπασμα επιτίθεται όχι μόνον άμεσα ενάντια στους Επικούρειους, αποκλείοντάς τους από την... αιωνιότητα και τη... Γη της Επαγγελίας, αλλά και έμμεσα σε όσους ακολουθούν τα διδάγματα της επικούρειας φιλοσοφίας, εφόσον εκείνη διδάσκει πως δεν υπάρχει μετά θάνατον ζωή κι ακόμη πως οι θεοί άρα και ο ένας και μοναδικός θεός των Ιουδαίων - δεν νοιάζονται για τους ανθρώπους, πράγμα που σημαίνει ότι αποκλείεται να τους χαρίζουν αιωνιότητες και... οικόπεδα στην Παλαιστίνη.

Τα ιστορικά αίτια

Το φαινόμενο του ιουδαϊκού μισελληνισμού και ειδικά του μένους ενάντια στον Επίκουρο και τη διδασκαλία του αποδίδεται συνήθως σε ιστορικά γεγονότα και συγκεκριμένα στην πολιτική δραστηριότητα ενός Σελευκίδη μονάρχη, του Αντίοχου Δ'.

Ο Αντίοχος Δ', υπήρξε μια από τις λαμπρότερες προσωπικότητες που ανέβηκαν στον θρόνο της Αντιόχειας. Ήταν γιος του Αντίοχου Γ' και αδελφός του Σέλευκου Δ', ο οποίος στέφθηκε βασιλιάς το 187 π.Χ. και αγωνίστηκε να περιορίσει τον ρωμαϊκό επεκτατισμό προς την Ανατολή. Ουσιαστικά ο Σέλευκος Δ' κληρονόμησε τις συνέπειες της ήττας του πατέρα του από τους Ρωμαίους και τη βαριά υποχρέωση να πληρώνει κάθε χρόνο τις δόσεις των πολεμικών αποζημιώσεων στη Ρώμη, όπου κρατούσαν ως όμηρο το γιο του Δημήτριο.

Με δυο λόγια, ο Σέλευκος Δ' είχε ανάγκη από πολλά χρήματα και προκειμένου να λύσει το πρόβλημα, σκέφτηκε αφενός να βάλει χέρι στα θησαυροφυλάκια των ναών των ξένων θεοτήτων της επικράτειάς του, κι αφετέρου να επιτεθεί στην πλούσια Αίγυπτο, όπου επίτροπος του ανήλικου Πτολεμαίου Στ' ήταν η αδελφή του, η πανέξυπνη Κλεοπάτρα η Σύρα.

Ανάμεσα στους ναούς των ξένων θεοτήτων που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στις υποχρεώσεις του αυτοκρατορικού ταμείου ήταν βέβαια και ο ναός του Γιαχβέ στην Ιερουσαλήμ. Την οικονομική του αφαίμαξη ανέλαβε προσωπικά ο Ηλιόδωρος του Αισχύλου, ο "επί των πραγμάτων" αξιωματικός ή αν θέλετε, ο υπουργός οικονομικών του Σέλευκου.

Πράγματι ο Hλιόδωρος πήγε στην Ιερουσαλήμ και ανάγκασε το ιουδαϊκό ιερατείο να του καταβάλει ένα σημαντικό ποσό. Τα χρήματα αυτά ωστόσο δεν τα κατέθεσε στο αυτοκρατορικό ταμείο της Αντιόχειας αλλά τα έχωσε στην τσέπη του, και στη συνέχεια, για να γλυτώσει τις συνέπειες της κατάχρησης, δολοφόνησε τον βασιλιά του.

Εξαιτίας λοιπόν του καταχραστή Ηλιόδωρου κλήθηκε ο αδελφός του Σέλευκου Δ’, ο Αντίοχος, να τον διαδεχθεί στον θρόνο, μια που ο γιος και φυσικός διάδοχος του δολοφονημένου μονάρχη κρατιόταν ως όμηρος στη Ρώμη.

Ο Αντίοχος ο Δ’ έγινε βασιλιάς το 175 π.Χ. ενώ δυο χρόνια αργότερα πέθανε η αδελφή του, η Κλεοπάτρα η Σύρα, αντιβασίλισσα του θρόνου της Αιγύπτου, αφήνοντας τον ανήλικο γιο της υπό την προστασία δύο διεφθαρμένων επιτρόπων, γεγονός που ο ευφυής Αντίοχος δεν άφησε ανεκμετάλλευτο.

Ο Aντίοχος Δ' ο Eπιφανής, γεννήθηκε το 215 π.Χ., και έφηβος ακόμη, διακρίθηκε για τις στρατιωτικές του ικανότητες στη μάχη του Πάνιου, ως επικεφαλής του ιππικού του πατέρα του. Σε ηλικία σαράντα ετών διαδέχθηκε, όπως είπαμε, τον αδικοσκοτωμένο Σέλευκο Δ', ενώ σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιστορικού Πολύβιου του Mεγαπολίτη, υπήρξε ένας άξιος άνθρωπος με έντονη προσωπικότητα και ευρύτατη μόρφωση. Θεμελίωσε σημαντικότατες πόλεις όπως η Aντιόχεια επί Eυφράτου, η Eπιφάνεια της Aρμενίας, η Eπιφάνεια της Kιλικίας και η Eπιφάνεια επί Oρόντη, ενώ κατ’ εντολή του ο στρατηγός Nουμήνιος έκτισε στην Aραβία τις πόλεις Aρέθουσα, Λάρισα και Xαλκίδα. Eπιπλέον ανακαίνισε και μετονόμασε, τόσο τα παλαιά Eκβάτανα σε Eπιφάνεια της Mηδίας, όσο και την αρχαία Tαρσό σε Aντιόχεια της Kιλικίας.

Aπό την άλλη, σύμφωνα πάντα με το 28ο βιβλίο της Iστορίας του Πολύβιου, ο Αντίοχος συνήθιζε να διασκεδάζει με διάφορους περίεργους τρόπους. Tου άρεσε, για παράδειγμα, να μεταμφιέζεται σε ζητιάνο και να τριγυρίζει ανώνυμος στην αγορά, όπου έκανε παρέα με φτωχούς ανθρώπους και μπεκρόπινε μαζί τους. Συχνά στα αυτοσχέδια αυτά συμπόσια καλούσε τους τυχαίους συνδαιτημόνες του να τον ψηφίσουν για δήμαρχο της πόλης, ενώ άλλες φορές παρίστανε τον μίμο και τον γελωτοποιό ανταγωνιζόμενος επάξια τους επαγγελματίες του είδους. Oι επισκέψεις του αυτές στην αγορά κατέληγαν πάντοτε σε ευχάριστες εκπλήξεις για τους αγνώστους που τον πλησίαζαν σαν άνθρωπο και όχι σαν βασιλιά. Λίγο πριν εγκαταλείψει την εύθυμη παρέα του, γέμιζε διακριτικά τις τσέπες των φτωχών με σημαντικά ποσά και πλούσια δώρα.

Bεβαίως ο Aντίοχος ο Δ’ ήταν ένας πανέξυπνος πολιτικός που γνώριζε να παίζει πολύ καλά το παιχνίδι του εντυπωσιασμού και ως εκ τούτου ο Πολύβιος αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος του 30ου βιβλίου της Iστορίας του στην περιγραφή ενός μεγαλοπρεπούς θριάμβου που οργάνωσε ο Σελευκίδης ηγεμόνας στην Aντιόχεια. Ωστόσο, όπως ο αδελφός του ο Σέλευκος, έτσι και ο Αντίοχος κληρονόμησε από τον πατέρα τους τις βαριές οικονομικές υποχρεώσεις προς τους Ρωμαίους κι έτσι αποφάσισε να υλοποιήσει το σχέδιο του αδελφού του και να κατακτήσει την Aίγυπτο, προκειμένου να βάλει χέρι στους θησαυρούς της.

Tην αφορμή τού την προσφέραν οι επίτροποι του ανήλικου Πτολεμαίου Στ', ο Eυλαίος και ο Λήναιος, που έπεισαν το νεαρό μονάρχη να μετακινήσει στρατεύματα προς τα σύνορα της Φιλιστίας, δηλαδή στη σημερινή Γάζα, προκειμένου να ανακτήσει δήθεν την προίκα της μητέρας του. Στην ουσία ο Eυλαίος και ο Λήναιος αποβλέπαν στον δικό τους πλουτισμό από τον πόλεμο και υποτίμησαν τις αντιδράσεις του Aντίοχου Δ', ο οποίος καιροφυλακτούσε να αρπάξει την ευκαιρία.

Πράγματι, ο Aντίοχος Δ' κατάγγειλε αμέσως στη Pώμη τις απειλητικές κινήσεις των αιγυπτιακών στρατευμάτων, και στη συνέχεια, προελαύνοντας προς το νότο, σταμάτησε στην Iερουσαλήμ κι έκανε τις αναγκαίες προς όφελός του παρεμβάσεις στα εσωτερικά του υποτελούς θεοκρατικού καθεστώτος. Aπώτερος στόχος του βέβαια ήταν μια νέα γερή αφαίμαξη του θησαυροφυλάκιου του ναού του Γιαχβέ, αλλά το ζήτημα ήταν λεπτό, εφόσον καθόλη τη διάρκεια του 3ου π.Χ. αιώνα, κι ακόμη περισσότερο στις πρώτες δεκαετίες του 2ου π.Χ. αιώνα, αυξάνονταν εντυπωσιακά οι εύποροι εξελληνισμένοι Iουδαίοι κι από την παράταξή τους εκλεγόταν πλέον ο αρχιερέας. Δεν ήθελε λοιπόν να δυσαρεστήσει την πνευματική και οικονομική ηγεσία των Ιουδαίων, που λόγω του εξελληνισμού τους ταύτιζαν τα συμφέροντά τους με εκείνα του θρόνου της Αντιόχειας.

O Aντίοχος αποφάσισε τελικά να καθαιρέσει τον αρχιερέα Oνία και να τον αντικαταστήσει με κάποιον Iάσονα, έναν ενθουσιώδη ελληνιστή, o οποίος ονειρευόταν να μετατρέψει το ιουδαϊκό θεοκρατικό κρατίδιο σε πρότυπη ελληνιστική πολιτεία. Πράγματι ο Iάσων, αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, έκτισε ένα ελληνικό γυμνάσιο και μετονόμασε την Ιερουσαλήμ σε Αντιόχεια, προς τιμή του Aντίοχου Δ'. Παρόλα αυτά ο νέος αρχιερέας αρνήθηκε να συνεργαστεί στην οικονομική αφαίμαξη του θησαυρού του ναού, φοβούμενος τις αντιδράσεις, κι έτσι ο Aντίοχος αναγκάστηκε να τον αντικαταστήσει με έναν άλλο Iουδαίο ελληνιστή, τον Μενέλαο, ο οποίος υποσχέθηκε να φανεί πιο συνεργάσιμος.

Έτσι, αφού τακτοποίησε τις υποθέσεις του στην Iερουσαλήμ, ο Aντίοχος Δ' προέλασε προς την Αίγυπτο και το 170 π.Χ. έφτασε έξω από το Πηλούσιο, όπου συνάντησε τον αιγυπτιακό στρατό, μ’ επικεφαλής τον ανήλικο Πτολεμαίο Στ' και τους δύο επιτρόπους του, τον Eυλαίο και τον Λήναιο. Στη μάχη που ακολούθησε, ο Aντίοχος Δ' θριάμβευσε. Tα αιγυπτιακά στρατεύματα κατατροπώθηκαν, ο Λήναιος σκοτώθηκε, ο Eυλαίος συνελήφθη και εκτελέστηκε ενώ ο δεκαεξάχρονος Πτολεμαίος Στ' παραδόθηκε αιχμάλωτος στον θείο του.

O Aντίοχος Δ' επιφύλαξε καλή υποδοχή στον ανιψιό. Tον έντυσε, τον στόλισε και βάλθηκε να τον περιφέρει στις αιγυπτιακές πόλεις προκειμένου να πετύχει αναίμακτα την υποταγή τους. Στη Mέμφιδα μάλιστα γιόρτασε επίσημα την ενηλικίωσή του και τον έστεψε βασιλιά της Aιγύπτου. Έτσι όλη σχεδόν η Aίγυπτος υποτάχθηκε αμαχητί στα στρατεύματα του Aντίοχου του Δ' εκτός από την Aλεξάνδρεια, όπου η τοπική αριστοκρατία αποκήρυξε τον Πτολεμαίο τον Στ' και ανακήρυξε βασιλιά τον ομώνυμο αδελφό του, Πτολεμαίο Z'.

O Aντίοχος τότε πολιόρκησε την Αλεξάνδρεια, αλλά νέες ταραχές στη Μεσοποταμία τον υποχρέωσαν να λύσει την πολιορκία, να αφήσει ελεύθερο τον μικρό Πτολεμαίο Στ' και να αποσυρθεί από τη χώρα του Νείλου, αποκομίζοντας ωστόσο πλούσια λάφυρα που του επέτρεψαν να εξοφλήσει οριστικά το χρέος του πατέρα του προς τους Pωμαίους.

(συνεχίζεται >>>)

(*) Apikoros is Hebrew for Epicurus, the 3rd century BCE Greek philosopher who taught a secular, atheistic understanding of reality that placed reason and the pursuit of happiness at the center of human life. The ancient rabbis feared the influence of Epicureanism and used the term apikoros (apikorsim, plural) to mean “heretic” in the same way Ann Coulter uses the word “liberal” to mean “godless and un-American.” The rabbis even added a curse upon apikorsim to their liturgy: “may all the apikorsim be destroyed in an instant” (part of the 18th benediction of the Amidah).

20 November 2009

Αίτηση για αφαίρεση των θρησκευτικών εικόνων και συμβόλων

από τους τοίχους των δικαστικών αιθουσών της Θεσσαλονίκη



Προς την Επιτροπή Διοίκησης Δικαστικού Μεγάρου Θεσσαλονίκης


ΑΙΤΗΣΗ


Χρήστου Ζουμπουλίδη του Βασιλείου, δικηγόρου Θεσσαλονίκης (ΑΜ 5782), μέλους του Πανελλαδικού Συμβουλίου των Οικολόγων Πράσινων,
Ελεάννας Ιωαννίδου του Δημητρίου, δικηγόρου Θεσσαλονίκης (ΑΜ 4930), μέλους των Οικολόγων Πράσινων,
Παναγιώτη Λογγινίδη του Γεωργίου, δικηγόρου Θεσσαλονίκης (ΑΜ 8572), μέλους της εκτελεστικής γραμματείας της Πολιτικής Κίνησης Θεσσαλονίκης των Οικολόγων Πράσινων, αναπληρωματικού μέλους του Πανελλαδικού Συμβουλίου των Οικολόγων Πράσινων

Θεσσαλονίκη, 19-11-2009


Κοινοποίηση:
  • Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
  • Συνήγορο του Πολίτη
  • Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, με αίτημα παρέμβασης υπέρ των αιτούντων


Οι ισχύουσες σήμερα συνταγματικές ρυθμίσεις ως προς την αναγνώριση “επικρατούσας θρησκείας” (άρθρο 3 Σ) οριοθετούν ένα ήπιο πολιτειοκρατικό σύστημα, του οποίου τα κύρια χαρακτηριστικά τείνουν στην απαγκίστρωση από το σύστημα της “νόμω κρατούσης Πολιτείας” προς ένα σύστημα αμιγούς χωρισμού. Το άρθρο για την “επικρατούσα θρησκεία” (3 του Συντάγματος) δεν προηγείται πλέον -όπως συνέβαινε στα προϊσχύσαντα Συντάγματα- αλλά έπεται των διατάξεων που καθορίζουν την μορφή του πολιτεύματος, ενώ οι ρυθμίσεις που αφορούν στην προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας έχουν παύσει από το 1975 να έχουν παρακολουθηματικό και οιονεί εξαιρετικό χαρακτήρα. Πλέον, οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό και όχι από τον Θεό, όπως υπαγόρευαν τα πρώτα ελληνικά Συντάγματα.

Αυτό έχει ως αναπόδραστη συνέπεια ότι η καθιέρωση της θρησκείας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού ως “επικρατούσας θρησκείας” εντάσσεται συστηματικά στο Μέρος Πρώτο, Τμήμα Β’ του κειμένου του Συντάγματος 1975/86/01 που ανάγεται στην Οργάνωση της Πολιτείας και έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα του ότι οι περισσότεροι Έλληνες πρεσβεύουν το ανωτέρω δόγμα, ακολούθως προς το οποίο απλώς εναρμονίζεται το επίσημο εορτολόγιο, καθορίζονται οι αργίες, και με βάση το οποίο δύναται να υπάγεται η διοικητική οργάνωση της εκκλησίας της επικρατούσας θρησκείας στο καθεστώς των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και στην κρατική εποπτεία.

Αντίθετα, η θρησκευτική ελευθερία των προσώπων-υποκειμένων συνταγματικών δικαιωμάτων ρυθμίζεται στο Μέρος Δεύτερο, υπό τον τίτλο “Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα” και μάλιστα ως θεμελιώδης, μη υποκείμενη σε αναθεώρηση (άρθρο 110 §1 Σ) ή αναστολή (48 §1 Σ). Έτσι η διάκριση μεταξύ “επικρατούσας” και λοιπών “γνωστών” θρησκειών είναι διάκριση που επιτρέπει διαφοροποιήσεις μόνο στο θεσμικό-οργανωτικό επίπεδο των θρησκευτικών κοινοτήτων στην Ελλάδα και δεν είναι δυνατό να παραχθεί λογικά στο τελείως έτερο επίπεδο των θεμελιωδών δικαιωμάτων, εισάγοντας έτσι, κατά κάποιο τρόπο, μία “διαβάθμιση” της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης. Η εξίσωση, η οποία έχει επέλθει ανάμεσα στην “επικρατούσα” και τις άλλες “γνωστές” θρησκείες αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων από όλους τους Έλληνες, χωρίς διακρίσεις λόγω πεποιθήσεων (13 §1 εδ.β΄ Σ), η οποία υποτάσσεται στην αρχή του Κράτους Δικαίου, που περιχαρακώνει την πρώτη γενιά των αμυντικών δικαιωμάτων των πολιτών.

Αν, ωστόσο, τα ισχύοντα συνταγματικά δεδομένα δεν συνιστούν καθαυτά, παρά την αναγνώριση “επικρατούσας θρησκείας”, μεμονωμένη ιδιαιτερότητα στο ευρωπαϊκό πολιτειακό γίγνεσθαι, που υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τούτο συμβαίνει αναμφισβήτητα με την νομοθετική και διοικητική τους εξειδίκευση. Με βάση αυτή την εξειδίκευση, οι σχέσεις κράτους και εκκλησίας σε πολλά σημεία όχι μόνο δεν παρουσιάζουν ορατές τάσεις χαλάρωσης των εκατέρωθεν εξαρτήσεων, όπως θέλησε ο συντακτικός νομοθέτης, αλλά αντίθετα διαπλέκονται βάσει ριζωμένων έξεων και προκαταλήψεων, υποτάσσουν τις συνταγματικές επιταγές στην δύναμη της αδράνειας και αναπαράγουν κατεστημένες ερμηνείες και πρακτικές.

Κραυγαλέο παράδειγμα μιας τέτοιας διάστασης μεταξύ συνταγματικού “δέοντος” και νομοπολιτικού “είναι” αποτελεί η ύπαρξη θρησκευτικών συμβόλων, εικόνων και σταυρών, στις δικαστικές αίθουσες, η οποία, εκτός του ότι δεν υπαγορεύεται από δικονομικούς λόγους, όπως η ύπαρξη του Ευαγγελίου για τον θρησκευτικό όρκο, επιπλέον δεν βρίσκει νομοθετική έδραση στον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων. Η πρακτική αυτή προσβάλλει μια δέσμη συνταγματικών εγγυήσεων των ατομικών ελευθεριών, μεταξύ των οποίων η αρχή της ισότητας και της αξίας του ανθρώπου, και, ίσως, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι καθιστά τα μέλη των θρησκευτικών μειονοτήτων και τους άθρησκους πολίτες “πολίτες δεύτερης κατηγορίας” όσον αφορά στην απόλαυση από μέρους τους του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας και της αξίωσής τους να παραμένει η κρατική εξουσία ουδέτερη απέναντι στις θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις τους, καθόσον, κάθε φορά όπου βρίσκεται ένας πολίτης, είτε ως λειτουργός της Δικαιοσύνης, είτε ως διάδικος, είτε ως μάρτυρας ή ακροατής στην αίθουσα του Δικαστηρίου, το θρησκευτικό σύμβολο, εικόνα ή σταυρός, που δεσπόζει σε περίοπτη θέση πάνω από τον πρόεδρο του Δικαστηρίου, επανεπιβάλλει την καταργημένη τυπικά από το έτος 1983 –και ουσιαστικά με το Σύνταγμα του 1975- λήψη των δικαστικών αποφάσεων «εν ονόματι του Θεού» -και όχι του Λαού, από τον οποίο πηγάζουν όλες οι λειτουργίες της κρατικής εξουσίας, σύμφωνα προς το άρθρο 1§ 3 του Συντάγματος.

Οι αίθουσες των Δικαστηρίων, που αποτελούν τους χώρους εξατομίκευσης της δικαστικής λειτουργίας της κρατικής εξουσίας, τους χώρους εκδήλωσης της αμεροληψίας που οφείλει να διέπει την κρατική εξουσία σε ένα κράτος δικαίου, τους χώρους προστασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων των υποκειμένων του δικαίου, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνδέονται με την «επικρατούσα θρησκεία», εισάγοντας, εμμέσως πλην σαφώς, με την διακόσμησή τους αποκλειστικά με θρησκευτικά σύμβολα, μια «μεταφυσική διάσταση» στην απονομή της Δικαιοσύνης που παραπέμπει σε θεοκρατικά και –συνεπακόλουθα- ολοκληρωτικά καθεστώτα, διότι κανείς θνητός δεν δύναται να αμφισβητήσει μια εξουσία που έχει θεϊκή και όχι ανθρώπινη προέλευση.

Η ύπαρξη θρησκευτικών συμβόλων στις δικαστικές αίθουσες, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί αποδεκτή ούτε ως στοιχείο που συνδέεται άρρηκτα με την ελληνική παράδοση και πολιτισμό, καθόσον ο βυζαντινός πολιτισμός, στον οποίο παραπέμπουν, αποτελεί ένα μικρό μόνο κομμάτι της Ελληνικής Ιστορίας, το οποίο, μάλιστα, μοιραζόμαστε και με άλλες βαλκανικές χώρες, ενώ ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι ανεξίτηλα συνδεδεμένος στην συνείδηση των πολιτών, όχι μόνο της χώρας μας, αλλά και των υπόλοιπων χωρών του κόσμου, με την ιστορική οντότητα του σύγχρονου Ελληνικού Κράτους αλλά και η πηγή του κράτους δικαίου και της έννοιας της δικαιοσύνης, όπως την αντιλαμβανόμαστε από την εποχή του Διαφωτισμού και εντεύθεν.

Οι θρησκευτικές εικόνες είναι πρωτίστως θρησκευτικά και όχι πολιτιστικά σύμβολα, η δε ύπαρξή τους σε δεσπόζουσα θέση στις δικαστικές αίθουσες απευθύνεται, όπως όλα τα σύμβολα, στο θυμικό όσων τις αντιλαμβάνονται, προκαλώντας συναισθήματα που, εφόσον είναι θρησκευτικά, είναι ξένα προς την διαδικασία απονομής της Δικαιοσύνης, η οποία διέπεται από τον ορθό λόγο, αφού μόνον αυτός οδηγεί στην αμεροληψία. Εκτός αυτού, οι θρησκευτικές εικόνες δεν δύνανται να θεωρηθούν ούτε εθνικά σύμβολα, γιατί δεν αποτελούν Ελληνική αποκλειστικότητα, καθόσον η Ορθοδοξία έχει εκατομμύρια πιστούς και σε άλλα έθνη.

Επί του θέματος ήδη απεφάνθη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που έκρινε, στην πρόσφατη απόφαση Lautsi κατά Ιταλίας, ότι η παρουσία του σταυρού στις σχολικές αίθουσες εύκολα εκλαμβάνεται από τους μαθητές όλων των ηλικιών ως ένα θρησκευτικό σύμβολο, το οποίο επιβάλλεται μέσα από την επίσημη εκπαίδευση. Όπως έκρινε το ευρωπαϊκό δικαστήριο, η ύπαρξη του σταυρού θα μπορούσε να ενισχύει τους θρησκευόμενους μαθητές, αλλά και να προκαλεί απέχθεια στους μαθητές που ακολουθούν άλλες θρησκείες ή είναι άθεοι, ιδιαίτερα εκείνους που ανήκουν σε θρησκευτικές μειονότητες. Η ελευθερία του να μην ακολουθείς κάποια θρησκεία (περιλαμβανόμενη στην θρησκευτική ελευθερία που κατοχυρώνεται από το άρθρο 9, σε συνδυασμό προς το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ) δεν αφορά μόνο την θρησκευτική εκπαίδευση, αλλά περιλαμβάνει όλες τις πρακτικές και τα σύμβολα που εκφράζουν μία πίστη, μια θρησκεία ή την αθεΐα. Αυτή η ελευθερία αξίζει ιδιαίτερης προστασίας, όταν το ίδιο το Κράτος προωθεί μια συγκεκριμένη θρησκεία σε μέρη και με διαδικασίες που οι πολίτες δεν μπορούν να αποφύγουν ή δεν θα μπορούσαν να το κάνουν χωρίς υπέρμετρο κόπο και θυσία. Σε αυτές τις τελευταίες γραμμές βρίσκεται το πνεύμα αλλαγής που φέρνει αυτή η απόφαση: έξω τα θρησκευτικά σύμβολα που χρησιμοποιεί το κράτος από όλες τις διαδικασίες που οι πολίτες δεν μπορούν να αποφύγουν.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ουσιαστικά καλεί τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης να αφαιρέσουν τα θρησκευτικά σύμβολα όχι μόνο από τα σχολεία, αλλά και από τα δικαστήρια και όλες τις περιστάσεις της δημόσιας ζωής, στις οποίες οι πολίτες είναι υποχρεωμένοι να συμμετέχουν.

Με δεδομένο ότι οι αιτούντες παρευρισκόμαστε στις αίθουσες των δικαστηρίων της Θεσσαλονίκης, όχι τυχαία, αλλά ως συλλειτουργοί της Δικαιοσύνης (άρθρο 38 του Κώδικα Περί Δικηγόρων) και στα πλαίσια της υποχρεωτικότητας της παρουσίας μας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων μας,

Με δεδομένο ότι οι αίθουσες των δικαστηρίων είναι χώροι όχι απλώς δημόσιοι, αλλά επιπλέον χώροι, όπου, όχι μόνον οι υπόλοιποι πολίτες, αλλά και εμείς οι αιτούντες, δεν επιλέγουμε, αλλά υποχρεωνόμαστε να παριστάμεθα, γεγονός που θεμελιώνει το ειδικό, άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον μας για την υποβολή της παρούσας αίτησης,

Με δεδομένο ότι έχουμε στις δικαστικές αίθουσες της Θεσσαλονίκης το κέντρο των βιοτικών κι επαγγελματικών μας δραστηριοτήτων, στις οποίες περιλαμβάνεται συχνά η υπεράσπιση προσώπων που συμμετέχουν σε θρησκευτικές ή ιδεολογικές μειονότητες (των οποίων τα δικαιώματα ενίοτε θίγονται εξαιτίας της συμμετοχής τους αυτής), και είμαστε μέλη κοινοβουλευτικού κόμματος, στις καταστατικές αρχές του οποίου περιλαμβάνεται η διαφύλαξη και η προάσπιση των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Με δεδομένο ότι η κατάργηση των θρησκευτικών συμβόλων από τις αίθουσες των δικαστηρίων είναι επιβεβλημένη, κατά τα ανωτέρω, από το Σύνταγμα, την εφαρμογή του οποίου αιτούμεθα,

Με δεδομένο ότι η ύπαρξη των θρησκευτικών συμβόλων δεν προβλέπεται από καμία –νομίμως δημοσιευμένη- κανονιστική διάταξη,

Με δεδομένο ότι το αίτημά μας δεν επιδιώκει να αλλάξει κάτι, για το οποίο χρειάζεται η οποιαδήποτε νομοθετική ή κανονιστική παρέμβαση, αλλά να εφαρμοστεί το Σύνταγμα και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,


Για τους λόγους αυτούς

ΑΙΤΟΥΜΕΘΑ

Να διατάξετε την αφαίρεση όλων των θρησκευτικών εικόνων και συμβόλων από τους τοίχους των δικαστικών αιθουσών της αρμοδιότητάς Σας.

Να μας καλέσετε να εκθέσουμε και προφορικά τις απόψεις μας ενώπιόν Σας.

Με τιμή,

Οι αιτούντες

Πολεμοκάπηλοι και ανάλγητοι

Από τον «Αδ. Τύπο», 17/11/2009

Ο επικεφαλής των στρατιωτικών ιερέων του Ισραήλ, ραβίνος Αβισάι Ρόνσκι, κάλεσε τους στρατιώτες της χώρας να μην δείχνουν έλεος στους εχθρούς τους και εγκωμίασε τη διαγωγή τους κατά την επίθεση του ισραηλινού στρατού στη Λωρίδα της Γάζας, τον Δεκέμβριο του 2008 και τον Ιανουάριο του 2009, όπως αναφέρεται σε χθεσινό δημοσίευμα της εφημερίδας «Χααρέτζ»...

- «Αυτοί που δείχνουν έλεος προς τον εχθρό ενώ αυτός ο τελευταίος δεν αξίζει οίκτο, θα είναι καταδικασμένοι», προειδοποίησε την περασμένη εβδομάδα ο ραβίνος Ρόνσκι, ο οποίος έχει βαθμό στρατηγού, μιλώντας σ' έναν οργανισμό που συνδυάζει θρησκευτικές σπουδές και στρατιωτική υπηρεσία, στον εβραϊκό οικισμό Καρνέι Σομρόν, στην κατεχόμενη Δυτική Οχθη του Ιορδάνη.
Η εβραϊκή θρησκεία και οι εβραϊκές γραφές (Π.Δ.) αποτελούν την πολεμική Ιστορία αυτού του λαού. Πουθενά δεν αναφέρουν οτιδήποτε για «αγάπη» και τα λοιπά κουραφέξαλα που αναμασούν οι χριστιανοί. Εκεί επικρατεί η επιβολή και καταπίεση έναντι των «αλλόθρησκων» και δεν το κρύβουν! Οι δικοί μας είναι επιπλέον και υποκριτές!

19 November 2009

Φυλάκιση στον μητροπολίτη Ελασσόνας για επισκευές χωρίς άδεια

Αγρίεψαν τα πράγματα


Σε φυλάκιση 8 μηνών, με τριετή αναστολή και δυνατότητα έφεσης, καταδίκασε το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, τον μητροπολίτη Ελασσόνας, Βασίλειο. Ο μητροπολίτης δεν παρέστη στο δικαστήριο καθώς απουσίαζε στο εξωτερικό, σε αποστολή της Ιεράς Συνόδου και εκπροσωπήθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο.

Ο μητροπολίτης καταδικάστηκε για εργασίες επισκευής στις οποίες προέβη στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας, στο Δήμο Λιβαδίου, χωρίς τις απαραίτητες άδειες από τις αρμόδιες υπηρεσίες, καθώς πρόκειται για χαρακτηρισμένο ιστορικό και διατηρητέο μνημείο.

Οι επισκευές έγιναν το 2005, οπότε ο μητροπολίτης φέρεται ότι σε εργασίες επισκευής του μοναστηριού, που είναι κτίσμα του 18ου αιώνα, κατεδάφισε τοξωτή κιονοστοιχία στο καθολικό και την ανακατασκεύασε, χωρίς να τηρηθεί το παλιό σχέδιο. Επίσης, τοποθέτησε γυαλιστερές πλάκες γρανίτη στο χώρο, χωρίς άδεια. Σύμφωνα με την κατηγορία, θα έπρεπε να προηγηθεί γνωμοδότηση του τοπικού συμβουλίου (της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων) και στη συνέχεια απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού, λόγω της ιδιαιτερότητας του ως ιστορικού και διατηρητέου μνημείου.

www.kathimerini.gr, 19/11/2009

Ξεσπάθωσε ο κ. Θεόκλητος...

να μη φορολογηθεί η Εκκλησία


[Ο μητροπολίτης κ. Θεόκλητος που] ρωτήθηκε, επανέλαβε ότι είναι υπέρ του διαχωρισμού Κράτους-Εκκλησίας. «Μακάρι να είχε γίνει. Ετσι κι εγώ δεν θα είχα παπάδες που θα μου έλεγαν ότι είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Μπορεί να είχα λιγότερους, αλλά θα ήταν παπάδες. Φταίμε όμως κι εμείς. Γιατί πολλές φορές κάναμε από τον άμβωνα πολιτική» κατέληξε ο κ. Θεόκλητος.

ΑΓΝΗ ΒΡΑΒΟΡΙΤΟΥ

Δηλαδή δεν είναι υπάκουοι στον μητροπολίτη τους και επικαλούνται τη δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητά τους. Τους θέλει σε κοντό λουρί, δουλοπάροικους ο κ. Θεόκλητος...

18 November 2009

Θανατική ποινή σε αντιφρονούντες στο Ιράν

Antenna, 18/11/2009

Η ιρανική δικαιοσύνη καταδίκασε σε θάνατο ακόμα πέντε αντιφρονούντες, όπως μετέδωσαν τα κρατικά μέσα ενημέρωσης.

Το δικαστήριο εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία αναφερόταν ότι η ποινή του θανάτου επιβλήθηκε σε πέντε άτομα και ποινές φυλάκισης από έξι μήνες μέχρι και 15ετη κάθειρξη επιβλήθηκαν σε 81 κατηγορούμενους που μετείχαν στις ταραχές μετά τις προεδρικές εκλογές της 12ης Ιουνίου.

Οι πέντε που καταδικάστηκαν σε θάνατο κατηγορούνται ότι συνδέονται με την ιρανική αντιπολίτευση η οποία στην ανακοίνωση χαρακτηρίζεται τρομοκρατική οργάνωση. Στην ανακοίνωση αναφέρεται ότι μπορούν να ασκηθούν εφέσεις επί των ετυμηγοριών.

Τα ιρανικά δικαστήρια τον περασμένο μήνα επέβαλαν την ποινή του θανάτου εναντίον τριών αντιφρονούντων, δύο εκ των οποίων ανήκαν σε φίλο-μοναρχική οργάνωση και ο τρίτος συνδεόταν με την ανταρτική οργάνωση Μουζαχεντίν του Λαού.

Οι αποφάσεις του προηγούμενου μήνα δεν ήταν τελεσίδικες και οι συνήγοροι των τριών κατηγορουμένων μπορούν να ασκήσουν εφέσεις επί των πρωτοδίκων αποφάσεων.

Υπενθυμίζεται ότι μετά τις μαζικές διαμαρτυρίες για νοθεία στις εκλογές της 12ης Ιουνίου, όπου εξελέγη ο Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, συνελήφθησαν περισσότεροι από 4.000 διαδηλωτές, αντιφρονούντες και μεταρρυθμιστές πρώην αξιωματούχοι.

Περισσότεροι από 100 συλληφθέντες παραμένουν φυλακισμένοι και κατηγορούνται ότι προσπάθησαν να ανατρέψουν το ισλαμικό καθεστώς.

Ουρανοξύστης και πίστη

Είδα τον ουρανοξύστη στις φωτογραφίες που ακολουθούν, στο αρχιτεκτονικό site σπιτόσκυλο και θεωρώ το θέμα από πολλές πλευρές ενδιαφέρον! Ο ουρανοξύστης με τις καμπύλες γραμμές κατασκευάστηκε το έτος 1970, έχει ύψος 18O μέτρα και βρίσκεται στην κοντά στην Οζάκα της Ιαπωνίας. Αποτελεί θρησκευτικό κέντρο μιας θρησκείας που λέγεται «Εκκλησία της Τέλειας Ελευθερίας» (Church of the Perfect Liberty, PL Kyodan), η οποία προωθεί την «παγκόσμια ειρήνη».

Σιγά μην ανέφερε η θρησκεία ότι προωθεί τον πόλεμο, παρότι όλες μα όλες οι θρησκείες και οι λαμπροί ιεράρχες τους έχουν συμμετάσχει και συμμετέχουν σε κάθε πόλεμο που διεξάγεται - ταυτόχρονα σε όλες τις πλευρές των μαχών! Προφανώς ενδιαφέρονται για την «ειρήνη» που θα επιβάλλουν οι ίδιοι!



::

17 November 2009

Χούντα και Εκκλησία

Ο εισαγγελέας και οι βασανιστές της χούντας


Μετά την πτώση της δικτατορίας το 1974, ξεκίνησε μια σειρά από δίκες αστυνομικών που είχαν βασανίσει άγρια πολίτες. Σε μια παρόμοια δίκη στην Πάτρα, πρωταγωνιστής ήταν ο νυν εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γ. Σανιδας. Ο "Ιός" της "Ελευθεροτυπίας" δημοσίευσε πριν από λίγες μέρες τα αποκαλυπτικά πρακτικά της δίκης.

Ευχαριστούμε τον χρήστη giorgos1 για την επισήμανση του άρθρου του "Ιού" (Ελευθεροτυπία) που αναφέρει μεταξυ των άλλων:

Φέρνουμε σήμερα στη δημοσιότητα ένα σημαντικό ντοκουμέντο της μεταπολίτευσης. Πρόκειται για τα πρακτικά μιας δίκης που διεξήχθη στις 15 Δεκεμβρίου 1975 στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών.

Η αξία του ντοκουμέντου ενισχύεται από το γεγονός ότι στην υπόθεση αυτή πρωταγωνιστούν δύο πρόσωπα που έχουν και σήμερα μια εξέχουσα κοινωνική θέση, σε διαφορετικά βέβαια πόστα. Ο εισαγγελέας της δίκης εκείνης στην Πάτρα δεν είναι άλλος από τον κ. Γεώργιο Σανιδά, τον (τότε) εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος έχει επιδείξει ιδιαίτερη δραστηριότητα την τελευταία περίοδο. Αλλά και ο μηνυτής, αυτός που υπέστη τα βασανιστήρια, είναι ο τότε φοιτητής Γιάννης Πουντουράκης, ο οποίος είναι σήμερα καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, στη Σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών στον Τομέα Επικοινωνιών, Ηλεκτρονικής και Συστημάτων Πληροφορικής.

Από τα επίσημα πρακτικά της δίκης μεταφέρουμε τα βασικά στοιχεία από την κατάθεση του κ. Πουντουράκη:

Όταν μας επήγαν εις τον 1ον όροφον εκεί ήσαν 15-20 αστυνομικοί οι οποίοι άρχισαν να μας κτυπούν με κλωτσιές, γροθιές και μας έριξαν κάτω από τα κτυπήματα. Όλα αυτά εγένοντο κατ’ εντολήν των κατηγορουμένων. Κατόπιν μας επήγαν σε μία μεγάλη αίθουσα, όπου ήλθε και ο κατηγορούμενος Α.Σ. και μας είπε ότι, το Πανεπιστήμιον το φτιάξαμε εμείς και δεν ημπορείτε εσείς να το διαλύσετε και άλλα πολλά, ήθελε δε να μας εκμηδενίση την προσωπικότητα.

Εμένα μάλιστα με ερώτησε ο Α.Σ. γιατί τραγουδάμε το τραγούδι ‘Πότε θα κάνει ξαστεριά’ και του απήντησα ότι είναι δημοτικό τραγούδι. Εν συνεχεία με ερώτησε πότε πρωτοτραγουδήθηκε και εγώ του απήντησα ‘προ 500 ετών’ και ακολούθως με ερώτησε γιατί το τραγουδάμε και του είπα ‘γιατί είχαμε Τούρκους’ και αυτός τότε μου είπε ‘σήμερα έχουμε Τούρκους;’ Και εγώ του απήντησα ‘δεν ξέρω’. Τότε άρχισε να με βρίζη.

Κατόπιν έπαιρναν έναν-έναν φοιτητήν οι αστυνομικοί. Εμένα με ωδήγησαν εις τον 4ον όροφον, όπου εκεί ήτο ο κατηγορούμενος Γ.Α., ο Α.Σ., ο Λ.Π. και άλλοι αστυνομικοί, αφού με πέταξαν κάτω μου πέρασαν τα πόδια μέσα σε μια καρέκλα και ο κατηγορούμενος Λ.Π. μου κρατούσε τα πόδια παραπάνω από τους αστραγάλους και ο κατηγορούμενος Γ.Α. με κτυπούσε με ένα ξύλο το οποίον είχε μήκος ένα μέτρο η δε διάμετρος αυτού ήτο 2,5-3 εκατοστά εις τα πέλματα των ποδών μου.

Το ξύλο αυτό το σήκωνε ψηλά και έπαιρνε φόρα προκειμένου να μη κτυπήση, μάλιστα ενθυμούμαι χαρακτηριστικά ότι σε μία στιγμή που τράβηξα τα πόδια μου κτύπησε το ξύλο σε ένα πλευρό της καρέκλας και έσπασε τούτο. Ο κατηγορούμενος Γ.Α. με κτυπούσε κατ’ αυτόν τον τρόπον επί τρία τέταρτα της ώρας και αυτός ήτο ο φάλαγξ που μου έκαμαν. Κατά την ώραν του μαρτυρίου του φάλαγγος ο κατηγορούμενος Α.Σ. ήτο παρών.

Με κτυπούσαν και μου έλεγαν να παραιτηθώ από μέλος της απεργιακής επιτροπής των φοιτητών, αλλά επειδή εγώ ηρνούμην να πράξω τούτο μου έλεγαν τούτο ‘θα σε κτυπούμε μέχρι να μας πης ότι θα παραιτηθής’ και οι τρεις κατηγορούμενοι. Όταν σηκώθηκα από κάτω με έβαλαν να κάνω τροχάδην και ο κατηγορούμενος Γ.Α. με κτυπούσε με μία βέργα ξύλινη στις παλάμες, στους μηρούς και στην πλάτη. Το τροχάδην πιστεύω με έβαλαν να το κάνω προκειμένου να κυκλοφορήση το αίμα εις τα πόδια μου. Μάλιστα όταν κατόπιν με επήγαν σε ένα δωμάτιο ο κατηγορούμενος Α.Σ. μου είπε ‘τα ήθελες και τα έπαθες’.

Μετά από το δωμάτιο αυτό που με είχαν, με πήρε ο κατηγορούμενος Γ.Α. να δώσω κατάθεσι, εκεί όμως δεν με κτύπησε. Εγώ εζήτησα δικηγόρο προκειμένου ν’ απολογηθώ, τον κ. Στεφανόπουλον, αλλά δεν μου επέτρεψαν και την άλλη ημέρα με παρέπεμψαν στο αυτόφωρο, αλλά επειδή εγένοντο διαδηλώσεις από τους φοιτητάς ανεβλήθη η δίκη για να γίνη την 10/8/1973. Λέγω ότι με εκτυπούσαν προκειμένου να μου πάρουν κατάθεσιν, δηλαδή να ωμολογήσω προκειμένου να με παραπέμψουν εις δίκην με κατηγορία ότι προέτρεπα τους συμφοιτητάς μου εις απεργίαν. Όταν μου έπαιρνε κατάθεσι ο Γ.Α. έγραφε ότι ήμουν μέλος της επιτροπής, ότι είχα πάει εις την λέσχην και εις το Πανεπιστήμιον, την οποία κατάθεσιν εγώ θα την υπέγραφα. Αυτά που έγραφε εις την κατάθεσίν μου ήσαν αλήθεια.

Με κτυπούσαν προκειμένου να με εξουθενώσουν και να με βγάλουν από την επιτροπήν του απεργιακού αγώνος. Ο πρώτος λόγος που κτυπούσαν ήτο να παραιτηθώ από μέλος της επιτροπής κι ο δεύτερος λόγος να μη αρνηθώ να καταθέσω εις τον Γ.Α.. Οι Γ.Α. και Λ., εκτός από τας εντολάς που έπαιρναν από το κέντρον, ανέπτυσσαν και ιδικήν των πρωτοβουλίαν, αλλά το κέντρον τα ανεχότανε αυτά που έκαναν.

Τι ώρα με εκτύπησαν εις τον 4ον όροφον δεν ενθυμούμαι, διότι μας είχαν πάρει τα ωρολόγια όταν μπήκαμε μέσα εις την Ασφάλεια. Εκτός από εμένα μέσα εις την Ασφάλεια εδάρησαν και άλλοι φοιτηταί. Εμένα με εκτύπησαν ημέραν Παρασκευήν προς Σάββατον και την Δευτέρα επήγα εις τον ιατρόν Τσ. εις το ιατρείον του το οποίο ευρίσκεται επί της Κορίνθου προκειμένου να με εξετάση».

Η παρέμβαση Σανιδά

Στο σημείο αυτό ο εισαγγελέας κ. Σανιδάς διέκοψε την κατάθεση, προκειμένου να σημειώσει μια αντίφαση που είχε κατά τη γνώμη του η εξιστόρηση του κ. Πουντουράκη, ότι δηλαδή στην προδικασία είχε δηλώσει ότι εξετάστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών και όχι σε ιδιωτικό ιατρείο. Μάλιστα κατά τον κ. Σανιδά το σημείο αυτό ήταν τόσο σοβαρό ώστε χρειαζόταν να εξεταστεί αμέσως ο ιατρός. Το δικαστήριο διέκοψε την κατάθεση του κ. Πουντουράκη για να εξετάσει το αίτημα του εισαγγελέα. Όταν συνέχισε, ο μηνυτής ανέφερε ότι στον γιατρό πήγε μόνο για το τραυματισμένο χέρι του που υποχρεώθηκε να κρατά σε νάρθηκα. Αλλά τα σοβαρότερα χτυπήματα ήταν στα πέλματα:

«Οταν μου έκαναν φάλαγγα δεν μου έβγαλαν τα παπούτσια και τούτο είναι πιο επικίνδυνο. Πριν του φάλαγγος συνήντησα τον Α.Σ. και με απειλούσε ότι θα με τσακίση αν δεν σταματήσω τη δραστηριότητά μου. Μετά τον φάλαγγα μου πήραν κατάθεσιν. Την κατάθεσιν την έπαιρναν μέσα σε κλίμα τρομοκρατίας. Από την λέσχην τότε συνελήφθησαν 12-13 άτομα και παρεπέμφθησαν εις το δικαστήριον μόνον 8 άτομα. Η σύλληψις όμως τότε έγινε κατ’ επιλογήν. […] Κατά την ώραν του φάλαγγος με ερωτούσαν αν θα παραιτηθώ από μέλος της απεργιακής επιτροπής».

Στη συνέχεια εξετάστηκε ο γιατρός Ν. Τσ., ο οποίος ήταν καθηγητής στο τοπικό Νοσοκομείο. Και πάλι ο εισαγγελέας κ. Σανιδάς δεν έμεινε ικανοποιημένος από την κατάθεσή του και παρά το γεγονός ότι υπήρχε σχετική ιατρική βεβαίωση, ζήτησε «όπως προσαχθώσιν τα βιβλία του Νοσοκομείου Πατρών, προκειμένου να διαπιστωθή εάν εισήχθη εις το ίδρυμα τούτο κατά μήνα Μάρτιον 1973 και ενοσηλεύθη ο περί ου πρόκειται παθών, Ιωάννης Πουντουράκης, διατασσομένης της κατασχέσεώς των».

Την καταγγελία του Γιάννη Πουντουράκη επιβεβαίωσαν οι μάρτυρες κατηγορίας που εξετάστηκαν. Ο Δημήτρης Δημητριάδης διηγήθηκε πώς τον συνέλαβαν κι αυτόν στη Λέσχη και τον μετέφεραν μαζί με τον Πουντουράκη στην Ασφάλεια. «Εκεί ήσαν 15-20 αστυνομικοί, οι οποίοι μας εξάπλωσαν κάτω και μας κτυπούσαν με κλωτσιές και με τα κλοπς μας κτυπούσαν στα χέρια και σε άλλα σημεία του σώματος. […] Τον Πουντουράκη τον πήραν πρώτα και του έκαναν φάλαγγα. […] Ο φάλαγξ είχε σκοπό να μας αποσπάσει ομολογίες».

Τον βασανισμό επιβεβαίωσαν και οι φοιτητές συγκάτοικοι του Πουντουράκη Θανάσης Σπανός και Κώστας Καραγκιουρλής, ενώ ο Χριστόδουλος Λέφας περιέγραψε τα πρησμένα πέλματα του συμφοιτητή του και εξήγησε ότι τον βασάνισαν επειδή ήταν από τα ηγετικά στελέχη του κινήματος και στόχος της χουντικής αστυνομίας ήταν να εκφοβίσει το φοιτητικό κόσμο.

Ως μάρτυρες υπεράσπισης κατέθεσαν τρεις αστυνομικοί. Ο πρώτος, που υπηρετούσε ως υπασπιστής στην αστυνομική διεύθυνση Πάτρας την περίοδο το 1973 δήλωσε ότι «ο μηνυτής πρωτοστάτησε εις τα γεγονότα της Λέσχης» και ότι «αν όπως ισχυρίζεται υπεβλήθη εις το μαρτύριον του φάλαγγος δια ποίον λόγον δεν παρεπονέθη τότε εις τον Εισαγγελέα;» Ανάλογο ήταν το επιχείρημα και του δεύτερου μάρτυρα υπεράσπισης, ο οποίος ήταν αξιωματικός υπηρεσίας κατά τη σύλληψη του Πουντουράκη: «Σ’ εμένα δεν παρεπονέθη κανείς ότι εκακοποιήθη».

Οι κατηγορούμενοι αστυνομικοί αρνήθηκαν την κατηγορία. Ο επικεφαλής Α.Σ. άφησε το ενδεχόμενο «να κτυπήθηκε στην Λέσχη από καμιά κλοπιά αστυνομικού» (ένα είδος ζαρντινιέρας της εποχής), αλλά απέκλεισε να χτυπήθηκε μέσα στην Ασφάλεια: «Ο Πουντουράκης και ανακρινόμενος ουδέν καν κατέθεσεν ότι ήτο κτυπημένος». Μ’ άλλα λόγια δεν είπε στους βασανιστές του ότι τον βασάνισαν…

Η δικαστική απόφαση

Τελικά ο κ. Σανιδάς μέχρι τέλους διατήρησε την ίδια στάση. Βασισμένος σ’ αυτά που ονόμασε αντιφάσεις μεταξύ των διαδοχικών καταθέσεων του μηνυτή, πρότεινε την ενοχή μόνο του Γ.Α. «δι’ απλήν σωματικήν βλάβην, κατ’ επιτρεπτήν μεταβολήν της κατηγορίας, την απαλλαγή δε του συγκατηγορουμένου του Λ.Π., δεχόμενος ότι δεν ετελέσθη το μαρτύριον του φάλαγγος, εις βάρος του παθόντος Ιωάννη Πουντουράκη. Ωσαύτως επρότεινε την απαλλαγήν απάντων των κατηγορουμένων διά την πράξιν της καταχρήσεως εξουσίας, εις βάρος του ως άνω παθόντος, καθ’ όσον αύτη δεν ετελέσθη».

Τελικά το δικαστήριο δεν δέχτηκε την –ουσιαστικά απαλλακτική- πρόταση του κ. Σανιδά και δεν μετέτρεψε την κατηγορία. Με την απόφασή του απέρριψε και τα επιχειρήματα του εισαγγελέα περί αντιφάσεων:

«Οι κατηγορούμενοι κατά τον κρίσιμον ώδε χρόνον της 16 Μαρτίου 1973 ετύγχανον αξιωματικοί της αστυνομίας πόλεων, υπηρέτουν δε εν Πάτραις. Κατά την άνω ημεροχρονολογίαν υπό των φοιτητών του εν Πάτραις Πανεπιστημίου εξεδηλώθη, εκτός των άλλων, άμα και διά καταλήψεως υπ’ αυτών της φοιτητικής λέσχης, αντίδρασις κατά του τότε καθεστώτος. Αι αστυνομικαί αρχαί συνέλαβον, εκτός των άλλων, κατά την άνω ημεροχρονολογίαν λόγω των φοιτητικών ως άνω αντιδράσεων και τον μηνυτήν Ιωάννην Πουντουράκην, φοιτητήν του ενταύθα Πανεπιστημίου.

Ούτος ήτο, κατά τον άνω χρόνον, εκ των ιθυνόντων των φοιτητικών εκδηλώσεων. Μετά την σύλληψίν του ο μηνυτής, μετά των άλλων συλληφθέντων, προσήχθη εις το κατάστημα της ασφαλείας, ίνα, μετά σχηματισμόν της δικογραφίας, προσαχθή αρμοδίως. Εις το περί ου πρόκειται κατάστημα, οι εκ των κατηγορουμένων Γ.Α. και Λ.Π. εξηνάγκασαν τον μηνυτήν όπως ‘ξαπλώση’ επί του δαπέδου γραφείου τινος. Είτα εξηνάγκασαν οι ανωτέρω τον μηνυτήν να θέση τους πόδας του εις το διάκενον του οπισθίου τμήματος (πλάτης) καθίσματος τινος. Εν συνεχεία ο εκ των κατηγορουμένων Γ.Α. ήρξατο διά χάρακος τινος να κτυπά μετά δυνάμεως τα πέλματα του μηνυτού.

Ο έτερος των κατηγορουμένων εκράτει, καθ’ όλην την διάρκειαν των άνω κτυπημάτων τους πόδας του μηνυτού. Το τοιούτον (καταφορά κτυπημάτων) διήρκεσεν επί 45 λεπτά της ώρας. Μετά ταύτα ο ρηθείς Γ.Α. εκτύπησε πολλάκις τον μηνυτήν διά ξυλίνης βέργας εις τους μηρούς, πλάτην, κλπ. Συνεπεία των κτυπημάτων τούτων ο μηνυτής υπέστη μώλωπας, σκληρύνσεις και οιδήματα.

Η τοιαύτη συμπεριφορά των άνω κατηγρουμένων απεσκόπει εις την καταπτόησιν του μηνυτού με την απωτέραν επιδίωξιν όπως ούτος παύση ασχολούμενος με την, κατά του τότε καθεστώτος, κίνησιν των φοιτητών. Διά της τοιαύτης συμπεριφοράς των κατηγορουμένων δεν εσκοπείτο η λήψις καταθέσεώς τινος του μηνυτού.

Πάντα ταύτα προκύπτουν εκ της σαφούς καταθέσεως του μηνυτού, πλήρως συνεπικουρουμένης υπό των καταθέσεων των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας, ιδία του Δημητρίου Δημητριάδη, και είναι αληθές ότι ο μηνυτής περιέπεσεν εις αντιφάσεις τινάς, ιδία αν εξητράσθη υπό ιατρού εις το εν Πάτραις κρατικώ Νοσοκομείω ή εν ιδιωτικώ ιατρείω, ουχ ήττον απεδείχθη περιτράνως, εκ σχετικής βεβαιώσεως της διευθύνσεως του αυτού νοσοκομείου ότι ο μηνυτής και διαληφθείς μάρτυς εξητάσθησαν, κατά την 20 μαρτίου 1973, εν τω άνω Νοσοκομείω (ούτοι είναι εγγεγραμμένοι εις τα άνω βιβλία υπ’ αύξοντας αριθμούς 673 και 674/20-3-1973).

Η κατάθεσις του μηνυτού και των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας εξ ουδενός στοιχείου αναιρείται. Τα άνω κτυπήματα λόγω της μεθ’ ην κατεφέρθησαν δυνάμεως και του χρόνου διαρκείας των, ηδύναντο να περιάγωσι τον μηνυτήν εις κίνδυνον ζωής και να επιφέρουν εις αυτόν βαρείαν σωματικήν βλάβην. Κατ’ ακολουθίαν τούτων δέον να κηρυχθή ένοχος ο εκ των κατηγορουμένων Γ.Α. επικινδύνου σωματικής βλάβης, ο δε Λ.Π. ένοχος αμέσου συνεργείας εις την άνω πράξιν, άπαντες δ’ οι κατηγορούμενοι αθώοι της δι’ ην κατηγορούνται πράξεως της καταχρήσεως εξουσίας».

Τελικά ο Γ. Α. καταδικάστηκε σε φυλάκιση έξι μηνών και ο Λ.Π. τεσσάρων μηνών με αναστολή, ενώ ο προϊστάμενός τους Α.Σ. κηρύχθηκε αθώος.

Ασφαλώς ξενίζει τον σημερινό αναγνώστη οι χαμηλές ποινές που επιβλήθηκαν κι ακόμα περισσότερο η επιμονή του σημερινού ανώτατου δικαστικού (που είχε πρωτοδιοριστεί ως εισαγγελικός πάρεδρος στις 17/9/1971) να πέσουν στα μαλακά οι βασανιστές αστυνομικοί.